Πατήστε εδώ για μεγέθυνση...


Ιστορία των Ρομά



Η θέση της Τσιγγάνικης κοινότητας στην κοινωνική δομή, τίθεται σταδιακά σε πλήρη κρίση, όταν από την δεκαετία του 1960 επέρχονται στην ελληνική οικονομία και κοινωνία σημαντικές μεταβολές.

Η παρακμή και η ερήμωση της αγροτικής υπαίθρου λόγω της τότε βιομηχανικής ανάπτυξης, της μετανάστευσης και της αστυφιλίας, στερεί από τους Τσιγγάνους τον «ζωτικό χώρο» οικονομικής τους δραστηριότητας σε ότι αφορά την «κοινωνικά χρήσιμη» εργασιακή τους διέξοδο στον αγροτικό χώρο.

Η ανάπτυξη βιομηχανοποιημένων προϊόντων ευρείας κατανάλωσης αχρηστεύει τις επαγγελματικές τους δεξιότητες ως τεχνίτες, ενώ η σταδιακή έκρηξη του τριτογενή τομέα και βέβαια κυρίως του εμπορίου τους αποκόβει από την φυσική για τον νομαδικό τρόπο ζωής τους διέξοδο στο γυρολογικό εμπόριο.

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, η φτωχή Τσιγγάνικη κοινότητα γίνεται φτωχότερη λόγω της απώλειας της δυνατότητας παραγωγής του αναγκαίου για την επιβίωση εισοδήματος, ενώ συνήθως φορές αναγκάζονται να πλησιάσουν περισσότερο στα αστικά κέντρα, τα οποία αναπτύσσονται ως πόλοι οικονομικής ανάπτυξης, που δημιουργούν δυνατότητες και ευκαιρίες για δευτερεύουσες εργασίες.

Η ανάπτυξη όμως των αστικών κέντρων, που διογκώνει τις πόλεις και προκαλεί προϋποθέσεις εκμετάλλευσης της γης, ιδιαίτερα με τον μηχανισμό της αντιπαροχής, εξαναγκάζει τους Τσιγγάνους στην ολοένα και πιο υποβαθμισμένη εγκατάσταση, στις περιαστικές ζώνες των πόλεων, ιδιαίτερα σ΄ αυτές με έντονα τα χαρακτηριστικά της περιβαλλοντικής και αστικής παρακμής.

Περιοχές κατ΄ εξοχήν εκτός σχεδίου πόλης, βιομηχανικές ζώνες, περιοχές αυθαίρετης και άναρχης δόμησης, περιοχές γενικότερης απαξίας της γης, έλκουν την εγκατάσταση των κοινωνικά αποκλεισμένων ομάδων και ιδιαίτερα των Τσιγγάνων, δημιουργώντας θύλακες φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού, αλλά κυρίως δημιουργώντας τις συνθήκες για το βάθεμα του, τις συνθήκες για αυξανόμενη κοινωνική παρακμή. Οι περιοχές αυτές χαρακτηρίζονται από την παντελή συνήθως απουσία στοιχειωδών υποδομών, τεχνικών (ύδρευσης, αποχέτευσης, συγκοινωνίας κλπ.) αλλά κυρίως κοινωνικών (σχολείων, ιατρείων, υπηρεσιών κλπ.).

Η έλλειψη αυτή βαθαίνει ακόμη περισσότερο τις συνθήκες κοινωνικού αποκλεισμού και αποκόπτει την πρόσβαση στα κοινωνικά αγαθά και δικαιώματα, δημιουργώντας μια σπειροειδή προς τα κάτω κίνηση, αυξανόμενου και βέβαια ΚΑΘΟΛΙΚΟΥ κοινωνικού αποκλεισμού.

Η συνοπτική αυτή περιγραφή του μηχανισμού δημιουργίας «θυλάκων» φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού δεν αφορά μόνο τους Τσιγγάνους. Στις περιοχές αυτές συγκεντρώνονται πλήθος ομάδων, με διαφορετική κουλτούρα, καταγωγή και προέλευση, με ένα κοινό χαρακτηριστικό: Την - απόλυτη πολλές φορές- φτώχεια που οδηγεί στην κοινωνική περιθωριοποίηση και αποκλεισμό.

Το στοιχείο αυτό σε πολλές περιπτώσεις δημιούργησε μια «εσωτερική» κοινωνική διαμάχη (στο εσωτερικό των ομάδων των κοινωνικά αποκλεισμένων) και σύγκρουση για την κατάκτηση της ηγεμονίας στην κλίμακα του «θύλακα». Στο πλαίσιο μιας θεώρησης της Κοινωνικής Ψυχολογίας, φαίνεται ότι ο κοινωνικά αποκλεισμένος, αναζητεί έναν «πιο» κοινωνικά αποκλεισμένο, για να αμβλύνει την αυτό-συνείδησή του ως κοινωνικά αποκλεισμένος. Σε αυτήν την αλυσίδα οι Τσιγγάνοι και λόγω της έντονης πολιτισμικής τους διαφοράς βρίσκονται σε μια διαρκώς χαμηλότερη κοινωνική ισορροπία, χωρίς να έχουν τους όρους και τις προϋποθέσεις να διεκδικήσουν τους όρους ισότιμης κοινωνικής ένταξης.

Έτσι οι Τσιγγάνοι, μέσα από την εξέλιξη αυτών των φαινομένων, έρχονται σε μια τριπλή σύγκρουση:

- Με το κυρίαρχο κοινωνικό σώμα και το σύστημά του, εφόσον από την μια πλευρά δεν παρέχουν πλέον κοινωνικά χρήσιμη εργασία ενώ από την άλλη πλευρά αντιστέκονται στην πολιτισμική αφομοίωση και απώλεια της κοινωνικής τους ταυτότητας.

- Με άλλες ομάδες κοινωνικά αποκλεισμένων, στο πλαίσιο της ενδοσύγκρουσης στην μικροκλίμακα των «θυλάκων».

- Με τμήμα των ίδιων των Τσιγγάνων, οι οποίοι είτε λόγω φυλετικής διαφοροποίησης, είτε λόγω κοινωνικών συγκυριών επιλέγουν και επιτυγχάνουν την minimum κοινωνική ένταξη και ενσωμάτωση, βαίνοντας τα πρώτα σκαλιά της διαδικασίας αστικοποίησης.

Η κατάσταση αυτή δημιουργεί μια νέα συσπείρωση των Τσιγγάνικων κοινοτήτων, που όμως αυτή τη φορά «κλείνει» τους διαύλους επικοινωνίας με το υπόλοιπο κοινωνικό σώμα. Αυτή τη φορά η συσπείρωση αυτή είναι κατ΄ εξοχήν συσπείρωση αμυντική και άρα αρνητική.

Και αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης δεν μπορεί παρά να είναι η διαρκής επιδείνωση των συνθηκών διαβίωσης, με όλα τα παράγωγα της παραβατικότητας σε όλα τα επίπεδα, που ανατροφοδοτεί τον φαύλο κύκλο του κοινωνικού αποκλεισμού και μεγαλώνει το χάσμα ανάμεσα στην κοινωνία των πολιτών και την κοινωνία των αποκλεισμένων.

Η κατάσταση αυτή του αυξανόμενου και διαρκώς επιδεινούμενου κοινωνικού αποκλεισμού των Τσιγγάνων νομάδων αστέγων, ορίζεται ως ΚΑΘΟΛΙΚΟΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΟΣ. Μπορεί ακόμη να οριστεί και ως ΟΡΙΑΚΟΣ, εφόσον αγγίζει πλέον τα όρια των συνθηκών επιβίωσης, όχι μόνο πολιτισμικής, όχι μόνο κοινωνικής, αλλά πολλές φορές και φυσικής. Αν η διαπίστωση αυτή ακούγεται ως συναισθηματικά φορτισμένη, μια ανάλυση των δεικτών παιδικής θνησιμότητας και ορίου ζωής των Τσιγγάνων, είναι επαρκής για να πείσει.


Ηλεκτρονική Βιβλιοθήκη
   username:
   password:
 
Εγγραφή
 
Αναζήτηση
 
Γίνε μέλος - εθελοντής
 
Newsletter
Ενημερωθείτε μηνιαίως για τα νέα της Οικοκοινωνίας  
 
Εισάγετε το email σας για να εγγραφείτε.
 
 
Forum