Πατήστε εδώ για μεγέθυνση...

Πατήστε εδώ για μεγέθυνση...

Πατήστε εδώ για μεγέθυνση...


Μια παρέμβαση για προβληματισμόκαι ευαισθητοποίηση



Για τους πολίτες που έχουν μνήμη, η εμφάνιση βίαιων γεγονότων με θύματα τους Τσιγγάνους έχει μία μαθηματική περιοδικότητα.

Άλλοτε με κραυγαλέα μορφή (όπως ο θάνατος Τσιγγάνου σε αστυνομικό περιστατικό ρουτίνας), άλλοτε με πιο βουβή και αθέατη (όπως ο πνιγμός του μικρού Τσιγγανόπαιδου σε αρδευτικό κανάλι στην Καρδίτσα ύστερα από μετεγκατάσταση Τσιγγάνων σε ακατάλληλο χώρο), άλλοτε με εξατομικευμένη (όπως όταν στην Αμαλιάδα, 16χρονος Τσιγγάνος βρίσκει τραγικό θάνατο ενώ κοιμόταν, από κατάρρευση της στέγης της παράγκας που διέμενε η οικογένειά του), άλλοτε με συλλογική και μάλιστα θεσμική (όπως τα γεγονότα στην Νέα Κίο, όπου με παράνομες ενέργειες του εκεί Δημοτικού Συμβουλίου εκδιώκονται Τσιγγάνοι από την νόμιμη γη τους, ή ο παράνομος αποκλεισμός Τσιγγανοπαίδων από το σχολείο στην Αλικαρνασσό Κρήτης), η Ελληνική κοινωνία και, κυρίως, η θεσμική κοινωνία, συνεχίζει να ασκεί (καλυμμένη ή απροκάλυπτη) βία ή έστω στην καλύτερη περίπτωση συνεχίζει να σιωπά μπροστά στο φαινόμενο της άσκησης βίας, απέναντι σε μια ολόκληρη πολυάριθμη κοινωνική ομάδα.

Το Τσιγγάνικο ζήτημα δεν είναι νέο για την Ελληνική κοινωνία. Οι Τσιγγάνοι διαβιούν στην Ελλάδα για πολλά χρόνια, αν και η διαβίωσή τους υπήρξε πάντα φτωχική και υπό καθεστώς διακρίσεων, τουλάχιστον ήταν ειρηνική και όχι υπό το κράτος βίας και κοινωνικού αποκλεισμού.

Την τελευταία όμως δεκαετία οι νέες τάσεις που επικρατούν στην Ελληνική κοινωνία δυσχεραίνουν ακόμη περισσότερο τις συνθήκες διαβίωσης των Τσιγγάνων. Η ανάπτυξη των αστικών κέντρων που διογκώνει τις πόλεις, αλλά και η επανάκαμψη της υπαίθρου με νέους όρους και προκαλεί προϋποθέσεις εκμετάλλευσης της γης, εξαναγκάζει τους Τσιγγάνους στην ολοένα και πιο υποβαθμισμένη εγκατάσταση, στις περιαστικές ζώνες των πόλεων ιδιαίτερα σε αυτές με έντονα τα χαρακτηριστικά της περιβαλλοντικής και αστικής παρακμής ή σε αποκομμένες περιοχές της υπαίθρου, όπου οι εργασιακές διέξοδοι είναι εξ ορισμού περιορισμένες Η κατάσταση αυτή δημιούργησε τις συνθήκες για τον καθολικό κοινωνικό αποκλεισμό και για όλα τα παράγωγά του: Την απόλυτη φτώχεια, την αποκοπή από τους θεσμούς και τα κοινωνικά δικαιώματα, την απομόνωση και την εσωστρέφεια.

Απέναντι σε αυτήν την πραγματικότητα η Ελληνική Πολιτεία αντέδρασε με σειρά λαθών, που όχι μόνον δεν λύνουν τα προβλήματα της Τσιγγάνικης κοινότητας, αλλά τα οξύνουν και τα αναπαράγουν. Μια σύντομη αναδρομή στα γεγονότα της τελευταίας έστω πενταετίας αποδεικνύει την άποψη αυτή:

Το 1996, κάτω από την πίεση που άσκησε η Τοπική Αυτοδιοίκηση (με το νεοσύστατο τότε Πανελλαδικό Διαδημοτικό Δίκτυο για την υποστήριξη των Ελλήνων Τσιγγάνων Πολιτών-Δίκτυο ROM») για την ανάπτυξη συνεκτικής πολιτικής υποστήριξης των Τσιγγάνων πολιτών, αλλά και κάτω από την έντονη κοινωνική αποδοκιμασία για μια αψυχολόγητη βίαιη έφοδο των ΜΑΤ σε καταυλισμό Τσιγγάνων στον Ασπρόπυργο (με τηλεοπτική μάλιστα κάλυψη), η Κυβέρνηση, δια στόματος 3 Υπουργών, εξήγγειλε το «Εθνικό Πλαίσιο Πολιτικής για την Κοινωνική ένταξη των Τσιγγάνων».

Η εξαγγελία χαιρετίστηκε ως μια ιστορική για το Τσιγγάνικο ζήτημα στην Ελλάδα τομή, που ήθελε να θέσει τέλος στην μακρόχρονη περιθωριοποίηση και εξαθλίωση των Τσιγγάνων.

Την περίοδο 1997-1998, οι ίδιοι οι Τσιγγάνοι προχώρησαν στην πρώτη τους Δημοκρατική συγκρότηση με την Ιδρυτική Συνδιάσκεψη και την ίδρυση της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Συλλόγων Ελλήνων Ρομά (Π.Ο.Σ.Ε.Ρ.), δημιουργώντας έτσι τον τρίτο απαραίτητο πόλο στον διάλογο που εκ των πραγμάτων άνοιξε στην Ελλάδα για το Τσιγγάνικο ζήτημα. Οι πρωτοβουλίες της Τοπικής Αυτοδιοίκησης με τη δραστηριοποίηση του “ΔΙΚΤΥΟΥ ROM”, η ενεργοποίηση της πολιτείας και η δραστηριοποίηση της αιρετής Ομοσπονδίας, δημιούργησαν το αναγκαίο κοινωνικού διαλόγου, για τον σχεδιασμό και την εφαρμογή μιας συνεκτικής πολιτικής υποστήριξης και κοινωνικής ένταξης.

Το «Εθνικό πλαίσιο» παρέμεινε όμως ανενεργό, λόγω της προχειρότητας με την οποία εξαγγέλθηκε, και ελάχιστες παρεμβάσεις έγιναν στην κατεύθυνση της ανάπτυξης ενός πλέγματος κοινωνικής υποστήριξης, πολύ δε περισσότερο στην προοπτική μιας ολοκληρωμένης πολιτικής «μακράς πνοής» κοινωνικής ένταξης.

Η έλλειψη επιχειρησιακού σχεδιασμού, η ανεπάρκεια του θεσμικού πλαισίου η απουσία και η μη πρόβλεψη θεσμοθετημένων δημόσιων πόρων, το έλλειμμα τεχνογνωσίας στο θέμα, η αδράνεια των δημόσιων φορέων που υποτίθεται ότι ανέλαβαν το εγχείρημα, η ασυνεννοησία, αλλά πολλές φορές και οι αντιθέσεις στελεχών του κυβερνητικού μηχανισμού, ήταν μερικές από τις αιτίες της αποτυχίας.

Πέντε χρόνια μετά, τον Μάιο του 2001, η Ελληνική Κυβέρνηση, αναγνωρίζοντας σιωπηρά την αποτυχία της, δια της Υπουργού Εσωτερικών, εξήγγειλε το νέο Εθνικό Πλαίσιο Πολιτικής «δεύτερης γενιάς», σε μια απόπειρα αναθέρμανσης του Κοινωνικού προσώπου. Το Πλαίσιο όμως αυτό φαίνεται να έχει την ίδια «παθογένεια» με το προηγούμενο: Έλλειψη συντονισμού, ανεπάρκεια σχεδιασμού, απρονοησία πόρων, αδυναμία αποκεντρωμένης δράσης, είναι πάλι τα στοιχεία μιας κατά τα φαινόμενα «προαναγγελθείσας δεύτερης αποτυχίας». Το στοιχείο καταλύτης της αποτυχίας είναι η άγνοια της συνθετότητας του κοινωνικού ζητήματος της ένταξης των Ελλήνων Τσιγγάνων πολιτών.

Η Πολιτεία για μια ακόμη φορά εξαντλήθηκε στη δήλωση καλών προθέσεων, θέτοντας έτσι το θέμα στην τελευταία θέση των προτεραιοτήτων της και άρα να αναβάλλει διαρκώς τον σχεδιασμό και υλοποίηση ενός Επιχειρησιακού σχεδιασμού για την ήπια διαχείριση ενός οξυμένου κοινωνικού ζητήματος. Το χειρότερο όμως είναι ότι η Ελληνική πολιτεία έδειξε ότι δεν κατανοεί την σύνθετη φύση του θέματος. Ότι δηλαδή ο κοινωνικός αποκλεισμός των Τσιγγάνων και τα παράγωγά του είναι ένα εξελισσόμενο δημιούργημα της Ελληνικής κοινωνίας και όχι μια «αντικοινωνική» επιλογή που είναι σύμφυτη της Τσιγγάνικης ταυτότητας, όπως διατείνονται οι ρατσιστικής έμπνευσης θεωρήσεις. Οι εξαθλιωμένες συνθήκες διαβίωσης της Τσιγγάνικης κοινότητας δεν είναι επιλογή. Είναι αποτέλεσμα του εντεινόμενου κοινωνικού αποκλεισμού τους.

Η πολυδιαφημισμένη εξαγγελία των 105 δισεκατομμυρίων δραχμών όχι μόνον δεν ενεργοποιήθηκε, αλλά ούτε έχουν θεσμοθετηθεί οι κανόνες υλοποίησής, ούτε έχουν δημιουργηθεί οι μηχανισμοί υλοποίησής του ούτε έχουν εξασφαλιστεί οι πόροι του. Οι όποιες αποσπασματικές παρεμβάσεις – κυρίως μέσα από την σπορά λυόμενων– δεν μπορούν να θεωρηθούν ως υλοποίηση πλαισίου πολιτικής.

Σήμερα πρέπει και πάλι να τεθεί ως επίκαιρο το αίτημα για την ανάπτυξη του τομέα της Κοινωνικής Κατοικίας, μέσα σε μια ολιστική θεώρηση για την κοινωνική ένταξη με ισχυρή κοινωνική υποστήριξη. Πολιτεία, Αυτοδιοίκηση, Τσιγγάνοι, με τη συμβολή των ενεργών πολιτών μέσα από μη Κυβερνητικές Οργανώσεις, πρέπει να θέσουν εκ νέου και ως μια ακόμη ευκαιρία στο επίκεντρο του ενδιαφέροντός τους το θέμα στις πραγματικές του διαστάσεις. Η πολιτική αυτή θα πρέπει να αντιλαμβάνεται τον επείγοντα χαρακτήρα του προβλήματος και να μην επιτρέψει κι άλλο χαμένο χρόνο σε ένα οξύ κοινωνικό ζήτημα, που ήδη μετρά μια μακρά πορεία στο παρελθόν.

Μια νέα αντίληψη για το θέμα θα πρέπει να ορίζει νέες προτεραιότητες για ανάπτυξη οργανωμένων πολιτικών ένταξης, που θα ξεκινούν από την εξασφάλιση του δικαιώματος της κοινωνικής κατοικίας για την απάλειψη σύγχρονης ντροπής των εξαθλιωμένων καταυλισμών. Οι Τσιγγάνοι, που η κυρίαρχη αντίληψη τους θέλει εκούσιους περιπλανώμενους νομάδες, είναι ακούσιοι άστεγοι. Σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να τεθεί ως επίκαιρο, το αίτημα για την ανάπτυξη του τομέα της Κοινωνικής Κατοικίας, μέσα σε μια ολιστική θεώρηση για την κοινωνική ένταξη με ισχυρή κοινωνική υποστήριξη.

Πολιτεία, Αυτοδιοίκηση, Τσιγγάνοι, με τη συμβολή των ενεργών πολιτών μέσα από μη Κυβερνητικές Οργανώσεις, πρέπει να θέσουν εκ νέου και ως μια ακόμη ευκαιρία στο επίκεντρο του ενδιαφέροντός τους το θέμα στις πραγματικές του διαστάσεις. Η πολιτική αυτή θα πρέπει να αντιλαμβάνεται τον επείγοντα χαρακτήρα του προβλήματος και να μην επιτρέψει κι άλλο χαμένο χρόνο σε ένα οξύ κοινωνικό ζήτημα που ήδη μετρά μια μακρά πορεία στο παρελθόν.

Σε αυτήν την κατεύθυνση ήδη από το 2000, ενεργοί πολίτες που έμπρακτα εκφράζουν την κοινωνική τους συνείδηση και αλληλεγγύη, και δηλώνουν την απαίτησή τους για μια πιο δίκαιη κοινωνία για όλους, συγκροτούν τον νέο μη Κυβερνητικό Οργανισμό, την «ΟικοΚοινωνία», ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΚΑΤΟΙΚΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗ ΤΩΝ ΤΣΙΓΓΑΝΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ.

Η «ΟικοΚοινωνία» ήδη στην 1η Εθνική Συνδιάσκεψη μη Κυβερνητικών Οργανώσεων για τους αστέγους έθεσε στους εκπροσώπους του Ευρωπαϊκού Παρατηρητηρίου για την έλλειψη στέγης και της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας μη Κυβερνητικών Οργανώσεων για τους αστέγους (FEANTSA), το θέμα της αστεγότητας χιλιάδων Τσιγγάνων στην Ελλάδα.

Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο πρέπει να χαραχθεί η «νέα ολοκληρωμένη πολιτική κοινωνικής ένταξης των Ελλήνων Τσιγγάνων». Η πρόοδος και η ωρίμανση που έχει επέλθει τα τελευταία χρόνια, όχι χωρίς αντιφάσεις, πρέπει να αξιοποιηθεί με μοναδικό και σαφή πλέον στόχο: την παραγωγή έργου και αποτελέσματος.

Είναι απολύτως βέβαιο ότι οι όροι αυτοί δεν αντιμετωπίζονται ούτε με καταστολή, ούτε με περαιτέρω συμπίεση των δικαιωμάτων, ούτε με ένταση του χωρικού και κοινωνικού αποκλεισμού, όπως συνέβη στο παρελθόν και συνεχίζει και σήμερα να συμβαίνει. Τα φαινόμενα αυτά είναι αναστρέψιμα μόνο με οργανωμένες και μακροχρόνιες πολιτικές ένταξης. Κάτι τέτοιο απαιτεί την ύπαρξη σημαντικών πόρων. Οι δυνατότητες του Γ΄ Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης δεν αξιοποιήθηκαν στο θέμα από αδράνεια και παραλείψεις.

Αυτό που απαιτείται σήμερα είναι να δηλωθεί με ειλικρίνεια ποίοι, πόσοι και με ποιες διαδικασίες διαφάνειας πόρους, προτίθεται να διαθέσει η Κυβέρνηση. Με ποια στοχοθεσία, με ποιους μηχανισμούς διαχείρισης, με ποια μέσα, με ποια τεχνογνωσία.

Το να ανακυκλώνονται συζητήσεις χωρίς να παίρνονται συγκεκριμένες πρωτοβουλίες δεν θα βοηθήσει κανένα Τσιγγανόπαιδο να αποφύγει μια μοίρα που δεν διάλεξε.




Ηλεκτρονική Βιβλιοθήκη
   username:
   password:
 
Εγγραφή
 
Αναζήτηση
 
Γίνε μέλος - εθελοντής
 
Newsletter
Ενημερωθείτε μηνιαίως για τα νέα της Οικοκοινωνίας  
 
Εισάγετε το email σας για να εγγραφείτε.
 
 
Forum